«Η κανναβιδιόλη είναι μια ένωση που βρίσκεται στο φυτό της κάνναβης», λέει ο Jerzy Szaflarski, καθηγητής νευρολογίας και διευθυντής του Τμήματος Επιληψίας στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα, στο Μπέρμινχαμ.

Ο Szaflarski εξηγεί ότι η κάνναβη περιέχει περίπου 500 διαφορετικές ενώσεις, μερικές από τις οποίες -συμπεριλαμβανομένου του CBD και του THC- αλληλεπιδρούν με ορισμένους χημικούς υποδοχείς στο ανθρώπινο νευρικό σύστημα. Ωστόσο, σε αντίθεση με το THC, το CBD δεν είναι ψυχοδραστικό – που σημαίνει ότι δεν προκαλεί κανενός είδους «φτιάξιμο».

«Ο εγκέφαλος έχει κάποιους υποδοχείς που ανταποκρίνονται στα ενδοκανναβινοειδή, τα οποία είναι νευροδιαβιβαστές που παράγονται φυσιολογικά στο σώμα και τον εγκέφαλο», λέει ο Jerald Simmons, νευρολόγος στο Comprehensive Sleep Medicine Associates του Χιούστον. «Ορισμένα από τα κανναβινοειδή στο φυτό της μαριχουάνας είναι παρόμοια με τα ενδοκανναβινοειδή του εγκεφάλου και δρουν στους ίδιους υποδοχείς».

Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα του νευρικού συστήματος δεν έχει κατανοηθεί πλήρως. Αλλά θεωρείται ότι παίζει ρόλο στη ρύθμιση του πόνου, του ύπνου, της διάθεσης, της μνήμης, της όρεξης και άλλων γνωστικών και φυσικών διεργασιών. Καθώς το CBD είναι σε θέση να μιμείται τις ενέργειες ορισμένων φυσικών χημικών ουσιών του εγκεφάλου, τα πιθανά θεραπευτικά οφέλη του ποικίλλουν ευρέως – ωστόσο, δεν έχουν καθοριστεί ακόμη πλήρως. «Γνωρίζουμε ότι η κανναβιδιόλη ρυθμίζει το ενδοκανναβινοειδές σύστημα, αλλά δεν ξέρουμε πώς λειτουργεί», λέει ο Szaflarski. Υπάρχουν, βέβαια, κάποιες θεωρίες.

«Το THC -το πιο διάσημο συστατικό της κάνναβης– λειτουργεί άμεσα στο κανναβινοειδές σύστημα, που σημαίνει ότι προσκολλάται στους υποδοχείς και μιμείται μερικά από τα ενδοκανναβινοειδή του οργανισμού μας», λέει ο Igor Grant, καθηγητής και πρόεδρος της Ψυχιατρικού Τμήματος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, στο Σαν Ντιέγκο. Αλλά η αλληλεπίδραση του CBD με το ενδοκανναβινοειδές σύστημα είναι πιο διακριτική. «Κανονικά, αυτά τα μόρια που δίνουν σήμα στο ενδοκανναβινοειδές σύσυτμα διασπώνται από ένζυμα και μία από τις λειτουργίες του CBD είναι η παρέμβαση στη δράση αυτών των ενζύμων».

Ο Grant λέει ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια «μείωση ή ανακούφιση» ορισμένων νευροχημικών διεργασιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με τον πόνο. «Το CBD μπορεί επίσης να αντιδράσει με άλλους υποδοχείς, όπως της σεροτονίνης και η δράση του μπορεί να μειώσει τα μόρια της φλεγμονής, που παράγονται κάθε φορά που υπάρχει κάποια βλάβη στον ιστό ή μια βακτηριακή μόλυνση», λέει. «Δεν γνωρίζουμε, όμως, πλήρως τους μηχανισμούς αυτούς».

Μπορώ να πάρω CBD για την αντιμετώπιση του πόνου;

Αν μιλήσετε σε κόσμο ή αφιερώστε χρόνο σε σχετικά φόρουμ, θα δείτε ότι κυριαρχεί η αντίληψη ότι το CBD καταπολεμά τον πόνο και τις φλεγμονές. Ορισμένες έρευνεςσε αρουραίους έχουν συνδέσει τις τοπικές θεραπείες με CBD με ελάττωση του πόνου και του πρηξίματος που σχετίζεται με την αρθρίτιδα, ενώ περεταίρω έρευνεςδείχνουν ότι θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανακούφιση από τον πονοκέφαλο.

Η συγκεκριμένη έρευνα πάνω στους πονοκεφάλους αναφέρει μελέτες που συνδέουν το CBD με χαμηλότερα ποσοστά άγχους (από τη στιγμή που το άγχος προκαλεί συχνά πονοκεφάλους, οι συντάκτες λένε ότι το CBD θα μπορούσε να είναι μια πιθανή θεραπεία της κεφαλαλγίας, αν ισχύουν πράγματι αυτά τα οφέλη κατά του άγχους). Ο Grant λέει ότι εξέτασε τη βιβλιογραφία για το CBD και το άγχος και ορισμένες από τις έρευνες είναι πολύ ενθαρρυντικές. Αναφέρει μια βραζιλιάνικη μελέτη, για παράδειγμα, στην οποία διαπιστώθηκε ότι οι άνθρωποι που είχαν φοβία με τις δημόσιες ομιλίες, αισθάνθηκαν λιγότερο άγχος και λιγότερη δυσφορία μετά τη λήψη του CBD, σε σύγκριση με εκείνους που πήραν ένα εικονικό φάρμακο.

«Υπάρχουν επίσης στοιχεία που δείχνουν ότι η ουσία μειώνει τα ψυχωτικά συμπτώματα σε άτομα με σχιζοφρένεια και ψυχωσικές διαταραχές», λέει ο Grant. «Αλλά υπάρχουν πολλά ανοιχτά ερωτήματα ως προς αυτό».

Ένας τομέας όπου το CBD είναι σαφώς χρήσιμο, είναι η θεραπεία των κρίσεων που συνδέονται με μια συγκεκριμένη μορφή επιληψίας. Έρευνα του 2017 που δημοσιεύτηκε στο New England Journal of Medicine, έδειξε ότι η από του στόματος λήψη του CBD περιόρισε θεαματικά τη συχνότητα των κρίσεων των περισσότερων ασθενών – ένα εύρημα που έκανε τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) να υποστηρίξει την έγκριση του CBD, αποκλειστικά με σκοπό τη χρήση στη θεραπεία ορισμένων ασθενών με επιληψία.

Πώς παίρνει κανείς το CBD;

Συνήθως πωλείται σε μορφή λαδιού σε σταγόνες ή ως βάλσαμο, αλλά διατίθεται επίσης σε κάψουλες, υπογλώσσια δισκία, λοσιόν, ορούς προσώπου και άλλα προϊόντα.

Μερικοί χρήστες κάνουν εικασίες σχετικά με την κατάλληλη δοσολογία ή με τις μεθόδους εφαρμογής – όπως και για το κατά πόσο μια μικρή ποσότητα THC ενισχύει τα αποτελέσματα του CBD ή αν οι διαφορετικές μέθοδοι χορήγησης οδηγούν σε ταχύτερα ή δραστικότερα αποτελέσματα. Ορισμένοι παραγωγοί CBD ισχυρίζονται, επίσης, ότι η ουσία δρα συσσωρευτικά στον οργανισμό και ότι πρέπει να χρησιμοποιείται τακτικά, για να αποφέρει οφέλη. Ωστόσο, ο Grant λέει ότι είναι δύσκολο να πούμε ακόμη ακριβώς πώς θα έπρεπε (ή δεν θα έπρεπε) να χρησιμοποιείται το CBD.

«Ακόμη και στα μέρη όπου η μαριχουάνα είναι νόμιμη, πολλές φορές, δεν γνωρίζεις ακριβώς τι παίρνεις», λέει. «Είμαι βέβαιος ότι ορισμένοι από τους παραγωγούς CBD έχουν εργαστήρια και κάνουν σωστή επισήμανση, ωστόσο, δεν υπάρχει η ίδια ασφάλεια που υπάρχει με τα φαρμακευτικά προϊόντα».

Η βιομηχανία διατροφής και συμπληρωμάτων διατροφής –η οποία περιλαμβάνει τα προϊόντα CBD- είναι σχεδόν ανεξέλεγκτη. «Οι συγκεντρώσεις στα προϊόντα υπολογίζονται μόνο κατά προσέγγιση και δεν ξέρω πόσο καλά παρακολουθούνται», λέει ο Szaflarski. Ακόμη και αν θα μπορούσες να εμπιστευθείς απόλυτα την ετικέτα ενός προϊόντος -και πολλοί κατασκευαστές CBD, έχοντας επίγνωση του τρέχοντος ελέγχου που γίνεται στη βιομηχανίας τους, καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειεςγια να εξασφαλίσουν στους καταναλωτές την ποιότητα των προϊόντων τους- δεν υπάρχουν πολλά χειροπιαστά στοιχεία, όσον αφορά τον τύπο ή την ποσότητα του CBD που πρέπει να λαμβάνει ένα άτομο για μια συγκεκριμένη ασθένεια ή για κάποιον άλλο στόχο.

Υπάρχουν κίνδυνοι από τη λήψη CBD;

Ορισμένες μελέτες έχουν καταλήξει σε στοιχεία -σχεδόν όλα εκ των οποίων προέρχονται από εργαστηριακές έρευνες ή πειράματα σε ζώα– που δείχνουν ότι το CBD θα μπορούσε ενδεχομένως να επηρεάσει την υγεία των κυττάρων, τη γονιμότητα και τη διάσπαση και τον μεταβολισμό των ναρκωτικών στο ήπαρ. «Επίσης, μπορεί να υπάρχουν κάποιες αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικές ουσίες», λέει ο Szaflarski, αναφέροντας την υπνηλία ως μία (αλλά όχι μοναδική) πιθανότητα.

Στις έρευνες πάνω σε ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένης μιας έρευνας που έδειξε οφέλη κατά των επιληπτικών κρίσεων στα άτομα με επιληψία, μερικοί άνθρωποι ανέφεραν διάρροια, έμετο, πυρετό και κόπωση, ενώ έκαναν αγωγή με CBD.

«Ωστόσο, μέχρι στιγμής, οι βασικοί κίνδυνοι είναι ότι φαίνεται να έχει ηρεμιστική δράση, κάτι που μπορεί να επιφέρει υπνηλία», λέει ο Grant. «Δεν έχω διαβάσει για σοβαρές παρενέργειες ή κακές αντιδράσεις, επομένως φαίνεται ότι είναι σχετικά ασφαλές, από όσο γνωρίζουμε, αλλά χρειαζόμαστε συστηματική έρευνα πάνω σε αυτό».

Αν και μέχρι στιγμής τα όσα δεν γνωρίζουμε υπερισχύουν των όσων γνωρίζουμε, ο Grant λέει ότι δεν απορρίπτει τις μελέτες που έχουν γίνει έως τώρα πάνω στο CBD. «Ακούς κάποιον να λέει, “Ξεκίνησα να το παίρνω εγώ και το παιδί μου και αισθανόμαστε πολύ καλύτερα” και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να απορρίψουμε αυτού του είδους τις πληροφορίες», λέει. Επισημαίνει ότι πολλά σύγχρονα φάρμακα ανακαλύφθηκαν, όταν οι ερευνητές εξέτασαν στοιχεία που προέκυπταν από συνεχείς πειραματικές δοκιμές. «Πρέπει, όμως, να κάνουμε έρευνες, για να επιβεβαιώσουμε εάν όλα αυτά τα οφέλη είναι πραγματικά και για να προσδιορίσουμε τη δοσολογία και τον τρόπο χορήγησης της ουσίας», λέει. «Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν».